-- -" Προκειμένου να λειτουργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως φορέας ηγεμονίας των δικών μας αντιλήψεων, πρακτικών, αρχών και αξιών ζωής, θα πρέπει να παραμείνει σε επαφή με την κυβέρνηση αλλά αυτόνομος από το κράτος, ώστε να μπορεί να επιτελεί να ελέγχει, να διορθώνει και να υποδεικνύει. " -
-- * Εμείς εμπεδώνουμε καθημερινά την αξιοκρατία, τις ίσες ευκαιρίες και το κράτος δικαίου για όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις τους και τον τρόπο ζωής τους. * -


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Από το εκλογικό άλμα του ΣΥΡΙΖΑ στη μετεκλογική συγκρότησή του


 
Του Νίκου Σερντεδάκι
 Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, με το δικό τους τρόπο, επιβεβαίωσαν τη διαπίστωση όσων επέλεγαν, την τελευταία τουλάχιστον διετία, να μιλούν για το τέλος της ελληνικής μεταπολίτευσης. Ο παραδοσιακός δικομματισμός συγκέντρωσε τα χαμηλότερα εκλογικά ποσοστά στην ιστορία του, το ΠΑΣΟΚ ως ο κεντροαριστερός πόλος του κομματικού συστήματος υπέστη συντριπτική ήττα, ενώ στα δεξιά η παρουσία των Ανεξάρτητων Ελλήνων με ένα συμφυριματικό εθνικιστικο-ρατσιστικό, αντιμνημονιακό και ταυτόχρονα νεοφιλελεύθερο λόγο και ιδιαίτερα η είσοδος της φασιστικής Χρυσής Αυγής στη Βουλή αποτυπώνουν το βάθος της κρίσης τόσο στον έτερο πόλο του δικομματισμού όσο και ευρύτερα την κρίση απονομιμοποίησης των αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών. Στα αριστερά, η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και η σημαντική υποχώρηση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ επίσης σηματοδοτούν μια σημαντική τροποποίηση στους συσχετισμούς της μεταπολιτευτικής αριστεράς.

Γιατί εκτοξεύτηκε
ο ΣΥΡΙΖΑ
Βέβαια, η μάχη που δόθηκε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα και οι
προκύψασες ανακατατάξεις στο κομματικό τοπίο δεν αφορούν μόνο κάποιες ενδογενείς διεργασίες. Συνιστούν το πρώτο δείγμα των αποτελεσμάτων των πολιτικών που τα νεοφιλελεύθερα κέντρα σχεδιάζουν να εφαρμόσουν στη γηραιά ήπειρο, την τελευταία περιοχή του πλανήτη που παρέμενε σχετικά ανέγγιχτη από τις «μεταρρυθμίσεις» των ευαγγελιστών της «ελεύθερης αγοράς» και της δαιμονοποίησης του κράτους δικαίου και πρόνοιας.

Όπως επισήμαναν σημαντικοί κριτικοί διανοούμενοι στην Ελλάδα δόθηκε μια πρώτη μάχη για την ανατροπή μιας πορείας, που στις αναλύσεις των οργανικών διανοούμενων της κυρίαρχης ελίτ έως πρότινος φάνταζε απρόσκοπτη και ανεμπόδιστη. Παρά τις εκτιμήσεις τους για την ανθεκτικότητα της πολιτισμικής και ιδεολογικής ηγεμονίας των ελίτ, η ένταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών προσέκρουσε στη ριζική διάψευση των προσδοκιών μεγάλου μέρους των μεσαίων και των λαϊκών στρωμάτων σχετικά με την κοινωνική τους θέση και προοπτική, κατάσταση που με τη σειρά της διόγκωσε τη λαϊκή δυσαρέσκεια συνολικά για τη συστημική πραγματικότητα, τόσο στο πεδίο της οικονομίας όσο και στο πεδίο της πολιτικής.
Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, οι μαζικές διαμαρτυρίες των δύο τελευταίων ετών, εν πολλοίς αρχικά αυθόρμητες, διαμόρφωσαν το έδαφος για μια ανατροπή κατ’ αρχήν στο επίπεδο της εκλογικής απήχησης των καθεστωτικών κομμάτων, διανοίγοντας σημαντικές πολιτικές ευκαιρίες για τις δυνάμεις που επαγγέλονταν την ύπαρξη εναλλακτικών δυνατοτήτων αντιμετώπισης των κρισιακών φαινομένων. Τούτα τα δεδομένα μπορούν να ερμηνεύσουν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και την ευρύτερη σημασία της στο επίπεδο των διεθνικών αντιδράσεων στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε ως ο πλέον ικανός πολιτικός χώρος στα αριστερά του κομματικού συστήματος να προτείνει ένα συνεκτικό ερμηνευτικό σχήμα για τις αιτίες της κρίσης, αλλά και για τις δυνατότητες εφαρμογής εναλλακτικών πολιτικών υπέρβασής της, ενισχύοντας ταυτόχρονα την αίσθηση του επείγοντος και του εφικτού της αντικυβερνητικής συλλογικής δράσης, ταυτόχρονα με την νομιμοποίησή της ως δράσης που επιζητά την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης έναντι των ταξικών αδικιών που επέφεραν οι μνημονικές επιλογές. Σε μεγάλο βαθμό ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να νομιμοποιηθεί ως ο ισχυρός θεσμικός σύμμαχος των διαμαρτυρόμενων, ως το πολιτικό κόμμα που συνέθετε με τον καλύτερο τρόπο τα αιτήματά τους, εισάγοντάς τα αυθεντικά στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος και των ποικίλων κέντρων λήψης αποφάσεων.

Γιατί χάθηκε
η αναμέτρηση με τη ΝΔ
Όμως, κρατώντας αποστάσεις από την συγκυριακή αίσθηση ευφορίας που πηγάζει από την εκλογική επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε ότι το κοινωνικό ρεύμα της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής που διαμορφώθηκε και αποτυπώθηκε στις κάλπες, σε τελική ανάλυση ηττήθηκε από τις συστημικές δυνάμεις. Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει, είναι το γεγονός ότι η παραπαίουσα δεξιά, έστω την ύστατη στιγμή, κατόρθωσε να συσπειρωθεί και να κερδίσει την πιο κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση των τελευταίων δεκαετιών, παρά την ανυποληψία της και παρά το ετερόκλητο της συσπείρωσής της. Αντίθετα, η αριστερά παρέμεινε κερματισμένη και μη ικανή να συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της εκλογικής διαδικασίας, ειδικά των δεύτερων εκλογών του Ιουνίου, παρά την ευρύτερη σύμπτωση των επιμέρους αναλύσεων για την κρίση και την αναγκαιότητα της ρήξης για την αντιμετώπισή της.

Ο μελλοντικός αναλυτής της περιόδου που διανύουμε σίγουρα θα εκπλαγεί από την απουσία οποιασδήποτε αίσθησης ευθύνης, αλλά και αποτελεσματικότητας των αριστερών οργανώσεων και κομμάτων, τα οποία απέκρουσαν με σφοδρότητα τις εκκλήσεις του ΣΥΡΙΖΑ να επεξεργαστούν από κοινού ένα ελάχιστο πολιτικό πρόγραμμα, για να κατισχύσει η ενωμένη πια αριστερά στις εκλογές, συχνά προσχωρώντας ανενδοίαστα στην ενορχηστρωμένη προπαγάνδα του αστικού μπλοκ και των ελεγχόμενων μέσων ενημέρωσης περί της πολυγλωσσίας του ΣΥΡΙΖΑ, της κρυφής του ατζέντας και της επερχόμενης καταστροφής στην περίπτωση της εκλογικής του επικράτησης.
Για αυτήν την επιλογή τους είναι ευκολότερα εξηγήσιμη η στάση της ΔΗΜΑΡ και των Οικολόγων-Πρασίνων. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι ήδη από τις εκλογές του 2009 επέλεγαν να εμφανιστούν ως μια πολιτική δύναμη πέραν της διαίρεσης αριστεράς-δεξιάς, ως μια πολιτική δύναμη συστημικά ενσωματωμένης, που δίνει έμφαση στην «πράσινη ανάπτυξη» θεωρώντας ως πεπαλαιωμένη κάθε ταξική ανάλυση των κοινωνικών ανισοτήτων. Επιπλέον, στη συγκυρία της κρίσης επέλεξαν να συμπλεύσουν με τις προσεγγίσεις των Πράσινων της Γερμανίας, οι οποίοι προφανώς έθεταν ως «κόκκινη γραμμή» τη μη συνεργασία με τις ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις στην Ελλάδα. Όσο για τη ΔΗΜΑΡ, η στρατηγική της επιλογή να αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ προδιέγραφε την πολιτική της προτεραιότητα να εδραιωθεί ως συστατική δύναμη της ελληνικής κεντροαριστεράς, με άλλα λόγια ενός πολιτικού χώρου όμορου προς το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, γεγονός που καθιστούσε την όποια αλλαγή πορείας προς τα αριστερά πράξη αυτοακύρωσης.

Η στάση του ΚΚΕ

Φαινομενικά δυσκολότερη εμφανίζεται η ερμηνεία της στάσης που κράτησαν τόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και το ΚΚΕ. Και οι δύο αυτοί σχηματισμοί της κομμουνιστικής αριστεράς επέλεξαν να περιχαρακωθούν στην ιδεολογική τους ταυτότητα και να προβάλουν τις ιδεολογικές τους διαφορές και τις απορρέουσες από αυτές διακριτές πολιτικές. Συνοπτικά, αντιμετώπισαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως μια δολίως μεταμφιεσμένη εκδοχή της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, προτάσσοντας τις δικές τους «γνήσιες» επαναστατικές προτεραιότητες. Κι αν τούτη η στάση μπορεί να θεωρηθεί σχετικά εύλογη κατά την πρώτη προεκλογική περίοδο, μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Μαΐου η εμμονή σ’ αυτήν οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοχειρία. Μ’ άλλα λόγια, και οι δύο αυτοί πολιτικοί σχηματισμοί, παρά τη βεβαιότητα για την ευρύτερη συρρίκνωση της εκλογικής τους επιρροής, προτίμησαν να μείνουν αμετακίνητοι στις θέσεις τους, δίχως να θέτουν το ερώτημα ποια θα είναι η κυβέρνηση την επόμενη περίοδο και τι θα σημαίνει μια νίκη της δεξιάς για τα λαϊκά στρώματα, τα συμφέροντα των οποίων διατείνονται ότι υπηρετούν.

Αυτό που διακρίνει
τον ΣΥΡΙΖΑ

Αντίθετα, οι οργανώσεις που συνεργάζονται στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ και οι ποικίλες ομαδώσεις των ανένταχτων, παρά τις καταγωγικές αφετηρίες πολλών εξ αυτών, φαίνεται να έχουν υιοθετήσει μια άλλη προσέγγιση, δίχως τούτο να σημαίνει πώς έχουν αρθεί και οι παθογένειες που ενδημούν στις ιεραρχικές οργανώσεις ή στους πολιτικούς συνασπισμούς που λειτουργούν κατά βάση μέσα από αποφάσεις κορυφής. Σταδιακά αλλά σταθερά στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώθηκε μια πολιτική αντίληψη που, πέραν της κομματικής ενδυνάμωσης στο θεσμικό πολιτικό επίπεδο, έθετε ως πρωτεύουσας σημασίας ζητούμενο την ουσιαστική και αποτελεσματική υπεράσπιση των κοινωνικά αδύναμων, των κοινωνικά και πολιτικά αποκλεισμένων, κυρίως μέσα από τη συμμετοχή στα διαμορφούμενα κοινωνικά κινήματα και στα εκάστοτε γεγονότα διαμαρτυρίας και συλλογικής δράσης.
Πλουραλιστικός ο ΣΥΡΙΖΑ στο εσωτερικό του, δεν δίστασε να εμφανιστεί με την πολλαπλότητα της πολιτικής εκφοράς λόγου των επιμέρους συνιστωσών του στους κοινωνικούς αγώνες, όχι για να καθοδηγήσει από το ύψος του φορέα της αυθεντίας και της απόλυτης γνώσης, αλλά για να ακούσει, να συζητήσει, να προτείνει και τελικά να συμπορευθεί  με το ρεύμα μιας νεοσυγκροτούμενης κοινωνικής αριστεράς του 21ου αιώνα. Συνειδητά ή ασυνείδητα εφάρμοσε εν μέρει, ίσως και δειλά, την αρχή του ζαπατίστικου εγχειρήματος: «Προχωράμε ρωτώντας». Τούτη η έως σήμερα ελπιδοφόρα για τον λαό και την κοινωνία πορεία οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να καθοδηγήσει τις επιλογές όσων μετέχουν στο κοινό εγχείρημα για την νέα οργανωτική του συγκρότηση.

Ποιος τύπος κόμματος
μας χρειάζεται;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αριστερή πολιτική δύναμη που εργάζεται για τη διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής και την προώθηση του εκδημοκρατισμού στην ελληνική κοινωνία, οφείλει, σε πλήρη αντιστοιχία με αυτά τα προτάγματά του, να διαμορφώσει στο εσωτερικό του ένα οργανωτικό μοντέλο ουσιωδώς αμεσοδημοκρατικό, με δικλείδες ασφαλείας που θα είναι σε θέση να αποτρέπουν τη συγκρότηση ανέλεγκτων ολιγαρχικών και προσωποπαγών μηχανισμών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Ψηλαφώντας συλλογικά την αποτύπωση μιας μορφής κόμματος ικανής να συνεισφέρει σήμερα στην κατεύθυνση της υπέρβασης της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, οφείλουμε να εξασφαλίσουμε, όσο προσωπικό μόχθο κι αν αυτό συνεπάγεται, εκείνες τις οργανωτικές ρυθμίσεις, οι οποίες: α) θα εδραιώνουν τον αποφασιστικό ρόλο των γενικών συνελεύσεων των ισότιμων μεταξύ τους μελών στις τοπικές οργανώσεις βάσης ενώ ταυτόχρονα β) δεν θα κατατείνουν στην καλλιέργεια κανενός είδους κομματικού πατριωτισμού ή ορθοδοξίας, περιορίζοντας τους μετέχοντες και τις μετέχουσες στην αποκλειστική δέσμευσή τους εντός των κομματικών τειχών.

Το κόμμα ως μέσο
για τη συλλογική δράση

Μ’ άλλα λόγια οφείλουμε να εμμείνουμε στην κατανόηση του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ ως ενός «μέσου» για την ενίσχυση της συλλογικής δράσης, για την υποστήριξη των κοινωνικών κινημάτων που κινούνται σε μια απελευθερωτική τροχιά, για την ενδυνάμωση των κοινωνικά αποκλεισμένων με στόχο την άρση των ταξικών ανισοτήτων και των κοινωνικών διακρίσεων και όχι ως ενός αυθύπαρκτου «σκοπού», δηλαδή ενός διαρκώς ισχυροποιούμενου κόμματος που επιδιώκει να εισέλθει στο θάλαμο της κυβέρνησης, για να επιτελέσει από τα πάνω το πολιτικό του πρόγραμμα.
Στην αριστερά του 21ου αιώνα δεν αντιστοιχεί απλά και μόνο μια στάση σεβασμού της αυτονομίας των κινημάτων και των συλλογικά δρώντων, αλλά ακόμα περισσότερο μια άλλη πολιτική κουλτούρα, που ευθέως αναγνωρίζει την προτεραιότητά τους έναντι των επιμέρους κομματικών και πολιτικών οργανώσεων, δίχως όμως οι τελευταίες να οδηγούνται στην ανακήρυξη των κινημάτων ως της αρχής και του τέλους της δικής τους ιδιαίτερης πολιτικής λειτουργίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ για να εδραιωθεί ως ο πολιτικός φορέας που είναι σε θέση να προτείνει και να συμμετέχει στην υλοποίηση του συνολικού επανορισμού των κοινωνικο-πολιτικών σχέσεων οφείλει να συγκεράζει σταθερά τη θεσμική με τη μεταβλητή εξωθεσμική διάσταση της πολιτικής δράσης. Στο θεσμικό επίπεδο αναλαμβάνοντας να συνθέσει τα επιμέρους αιτήματα των συλλογικά δρώντων, ταυτόχρονα με το μέλημα να τους ενδυναμώνει αποβάλλοντας κάθε τάση ηγεμόνευσης και χειραγώγησής τους.

Σε κάθε περίπτωση η όποια συζήτηση για την οργανωτική μορφή του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ξεκαθαρίζει το περιεχόμενο που καθιστά σαφείς του λόγους για την ανάγκη της ιδιαίτερης πολιτικής του ύπαρξης. Τούτη η αποσαφήνιση του πολιτικού περιεχομένου του κοινού μας εγχειρήματος θα μας καθοδηγήσει στην ορθότερη αντιμετώπιση της οργανωτικής μορφής που θα υιοθετήσουμε. Αρκεί να έχουμε κατά νου ότι οι πολιτικές και πολύ περισσότερο οι κοινωνικές ανατροπές δεν τελεσφορούν αν δεν έχουν ριζώσει στην ίδια την κοινωνία, έστω μειοψηφικά, οι αντιλήψεις και πρωτίστως οι πρακτικές που καθιστούν ώριμη την αναγκαιότητά τους.

* Ο Νίκος Σερντεδάκις είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...